FOOT…BUBBLE

Το 1973 ο ‘’ιπτάμενος Ολλανδός’’ Γιόχαν Κρόιφ πήρε μεταγραφή από τον Άγιαξ στην Μπαρτσελόνα αντί 1 περίπου εκατομμυρίου ευρώ (με αναγωγή στο σήμερα), ενώ η μετακίνηση του μεγάλου Ζιντάν από τη Γιουβέντους στη Ρεάλ το 2001 κόστισε το αστρονομικό για την εποχή ποσό των 75 εκατομμυρίων ευρώ, αποτελώντας για 8 συναπτά έτη την ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου πριν από αυτή του Ρονάλντο στη Ρεαλ το 2009.

Από τότε, όμως, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Είναι γεγονός ότι στο σύγχρονο διεθνές ποδόσφαιρο η πληρωμή υπεραξιών για τις μεταγραφές είναι πλέον η συνήθεια που έγινε λατρεία. Κάθε καλοκαίρι η ποδοσφαιρική κοινότητα παρακολουθεί -αποσβολωμένη ως ένα σημείο- την ‘’παρέλαση’’ εκατομμυρίων ευρώ ως αντάλλαγμα για την πώληση παικτών.

Θα αναρωτηθεί κανείς: αξίζει να δαπανά κανείς σχεδόν 100 ή 200 εκατομμύρια ευρώ για να αγοράσει την παροχή υπηρεσιών ενός ανθρώπου; Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή, σίγουρα, όμως, γεννά προβληματισμό.

 

Α) Μια μικρή ιστορική αναδρομή

Ιστορικά, υπήρξαν αρκετές μεταγραφές που συντάραξαν το ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι τόσο λόγω προσώπου όσο και λόγω ποσού. Η μεγαλύτερη όλων –μέχρι την επόμενη- είναι αυτή του Νέυμαρ στην Παρί σεν Ζερμέν το περασμένο καλοκαίρι που κόστισε το αστρονομικό ποσό των 222.000.000 ευρώ. Πριν από αυτή, τα πρωτεία κατείχε ο Πολ Πογκμπά για τη μεταγραφή του στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ αντί 105 εκ. ευρώ. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να ξεχάσει την αίσθηση που είχε προκαλέσει η μεταγραφή του Κριστιάνο Ρονάλντο το 2009 από τη Μαν.Γιουνάιτεντ στη Ρεάλ Μαδρίτης έναντι 94.000.000 ευρώ.

Η εν λόγω λίστα είναι μεγάλη και περιλαμβάνει κι άλλoυς σημαντικούς ποδοσφαιριστές με μεγάλη καριέρα, όπως ο Φίγκο, ο Κακά, αλλά και παίκτες εν ενεργεία, όπως ο Καβάνι ή ο Φαλκάο.

Β) Ο Ρονάλντο άλλαξε τις ισορροπίες

 

Αν παρατηρήσει κανείς πιο προσεκτικά την όλη υπόθεση, από το καλοκαίρι του 2009 και μετά συμβαίνει το φαινόμενο της εκτόξευσης των ποδοσφαιρικών αξιών, οι οποίες μετατρέπονται σε ποδοσφαιρικές υπεραξίες. Αναμφίβολα, εκείνο το καλοκαίρι η έναντι 94 εκατομμυρίων μετακίνηση του Ρονάλντο στη Ρεάλ ταρακούνησε το ευρωπαικό και όχι μόνο ποδόσφαιρο.

Η συγκεκριμένη μεταγραφή επηρέασε πολύπλευρα τα συναλλακτικά ήθη του ποδοσφαίρου. Αρχικά, υπήρξε η πρώτη μεταγραφή που άγγιξε για πρώτη φορά το  ‘’ψυχολογικό’’ όριο των 100 εκατομμυρίων ευρώ. Ήταν θέμα χρόνου η επόμενη να κοστίσει 100 και πλέον εκατομμύρια ευρώ, όπως και έγινε κάποια χρόνια αργότερα. Η επιρροή, όμως, δεν τελειώνει εκεί.

Το σημαντικότερο αποτέλεσμα της μεταγραφής αυτής υπήρξε η δημιουργία ενός κύματος ποδοσφαιρικών υπεραξιών. Κανείς μέχρι τότε δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι η μεταγραφή ενός παίκτη θα κόστιζε σχεδόν 95.000.000 ευρώ. Κάθε ποδοσφαιριστής πλέον κοστολογείται δύο και τρεις φορές πάνω από την αξία του, ακόμα και σε μικρομεσαίες ομάδες της Ευρώπης, κάτι που διαστρεβλώνει και την έννοια της αξίας. Αυτό είχε ως συνέπεια να πωλούνται πέραν της αξίας τους και ποδοσφαιριστές που υπό άλλες συνθήκες θα κόστιζαν πολύ φθηνότερα. Πριν είκοσι χρόνια, ο βραζιλιάνος Ρονάλντο έπαιρνε μεταγραφή στην Ίντερ από την Μπαρτσελόνα για 22 εκατομμύρια ευρώ περίπου, ‘εχοντας κάνει όλη την Ευρώπη να ‘’παραμιλάει’’ με τις ικανότητες του σε ηλικία 21 ετών. Τώρα, για μια παρόμοια περίπτωση παίκτη (ΕμΠαπέ) τα ποσά είναι σχεδόν εννιαπλάσια, ενώ ο δικός μας Παναγιώτης Ρέτσος, αν και κεντρικός αμυντικός, πουλήθηκε με το ίδιο περίπου ποσό στη Λεβερκούζεν.

Γ) Δεν πληρώνουν όλοι το ίδιο

 

Ανέκαθεν στο χώρο του ποδοσφαίρου υπήρχαν και υπάρχουν ισχυρές και μη οικονομικά ομάδες. Για αυτό το στοιχείο σημαντικό ρόλο παίζει σε ποιο πρωτάθλημα λαμβάνει μέρος η κάθε ομάδα, αλλά και το ‘’πορτοφόλι’’ του ιδιοκτήτη της.

Είναι γεγονός ότι σε αυτή την παρέλαση εκατομμυρίων συμμετέχουν λίγες ομάδες πανευρωπαϊκά. Αδιαμφισβήτητα, τα πρωτεία σε αυτό ανήκουν κυρίως στις ομάδες της Πρέμιερ Λιγκ. Η συγκεκριμένη λίγκα είναι το ακριβότερο ποδοσφαιρικό προϊόν του πλανήτη. Σύμφωνα με τον υπολογισμό της Deloitte, η Πρέμιερ Λιγκ μοίρασε για την περασμένη σεζόν (2016-17) το ποσό των 4.3 δις ευρώ περίπου στις ομάδες τις ως έσοδα από τηλεοπτικά δικαιώματα, διαφημίσεις και λοιπά κέρδη (216.000.000 ευρώ έκαστη). Αν συνυπολογίσει κανείς και την εμπορική εκμετάλλευση της κάθε ποδοσφαιρικής ανώνυμης εταιρείας ανα την υφήλιο, είναι προφανές ότι τα ετήσια έσοδα εκτοξεύονται διευκολύνοντας τις πολυδάπανες μεταγραφές.

Για παράδειγμα, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2016 ξεπέρασε τα 600.000.000 ευρώ ετήσια έσοδα (20th DFML) [1]. Είναι ,μάλιστα, αξιοσημείωτο ότι στην πρώτη εικοσάδα του DFML βρίσκονται σταθερά κάθε χρόνο 7 με 8 αγγλικές ομάδες. Από την ανάγνωση των ποσών αυτών καταλαβαίνει κανείς πόσο φυσιολογικό είναι για μια ομάδα όπως η Μαντσεστερ Σίτυ  να δαπανήσει για την απόκτηση 2 ακραίων μπακ (Γουόκερ και Μεντί) το ποσό των 100.000.000 ευρώ περίπου.

Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλες ομάδες στην Ευρώπη (κυρίως όσες πρωταγωνιστούν στο Τσάμπιονς Λιγκ) που πλήρωσαν αδρά και αυτό το καλοκαίρι (αλλά και διαχρονικά). Πρωτίστως, η Ρεάλ Μαδρίτης και η Μπαρτσελόνα συχνά ταράζουν τα νερά με τις μεταγραφικές τους κινήσεις. Και οι δύο ισπανικές ομάδες βρίσκονται σχεδόν ανελλιπώς στις 3 πρώτες του DFML με την πρώτη να έχει βρεθεί τις περισσότερες φορές (11) την τελευταία εικοσαετία στην κορυφή της σχετικής λίστας.

Τέλος, υπάρχουν και οι νεοεισαχθείσες στο ευρωπαϊκό παζάρι των ελίτ ομάδες, οι οποίες βρίσκονταν στην αφάνεια, αλλά η αλλαγή τους ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος άλλαξε το ρου της ιστορίας τους. Τέτοια περίτπωση αποτελεί η Παρί σεν Ζερμέν και αισίως η Μίλαν που τίναξε τη μπάνκα στον αέρα αυτό το καλοκαίρι έχοντας ξοδέψει περίπου 200.000.000 ευρώ σε μεταγραφές λόγω της έλευσης του Κινέζου επιχειρηματία Li Yonghong.

 

Δ) Φούσκα ή φυσική εξέλιξη των πραγμάτων;

 

Εύλογα αναρωτιέται κανείς αν αυτό το διογκούμενο φαινόμενο στηρίζεται σε πραγματικές αξίες, ποδοσφαιρικές και οικονομικές, ή αν αποτελεί μία φούσκα που θα συνθλίψει, όταν σκάσει, το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Ήδη το φετινό καλοκαίρι συγκλονίστηκε η ποδοσφαιρική κοινότητα από τη μεταγραφή του Νέιμαρ από την Μπαρτσελόνα στην Παρί σεν Ζερμέν αντί 222.000.000 ευρώ, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα 100.000.000 ευρώ ως μπόνους υπογραφής για τον ίδιο το Βραζιλιάνο. Αλήθεια, αξίζει μια υπογραφή 100 εκατομμύρια ευρω;

Μια πρώτη παρατήρηση που μπορεί να γίνει είναι ότι η άνευ προηγουμένου αυτή αύξηση των ποδοσφαιρικών αξιών συνέπεσε εν πολλοίς με την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, η οποία δεν έχει ξεπεραστεί ακόμα. Είναι αξιοπρόσεκτο πως, ενώ η ανεργία και η φτώχεια μπορεί να βαθαίνουν σε πολλές χώρες, ακόμα και ευρωπαϊκές, ο χώρος του ποδοσφαίρου φαίνεται να μένει ανέγγιχτος από την κρίση. Ενδεικτικά μπορεί κάποιος να ανατρέξει στο Financial Report[2] της Ουέφα, για να δει πως από το 2008 και έπειτα τα έσοδα της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας αυξάνονται σε σταθερή βάση ανά έτος, έχοντας μείωση μόνο μετά από σεζόν που διοργανώθηκε Ευρωπαίκό Πρωτάθλημα (2008, 2012). Μόνο για το 2016 η Ουέφα εισέπραξε 4,5 δις ευρώ περίπου, εκ των οποίων τα μισά μοιράστηκαν στις ομάδες των ευρωπαϊκών διοργανώσεων.

Αν συνδυάσει κανείς τα τελευταία αυτά στοιχεία με τα όσα προαναφέρθηκαν μπορεί να φτάσει στο συμπέρασμα ότι τα υπέρογκα ποσά που ξοδεύονται κάθε καλοκαίρι έχουν οικονομικό έρεισμα. Πράγματι, αν συνυπολογίσουμε ότι κάθε μεγάλη ευρωπαϊκή ομάδα έχει λαμβάνειν τηλεοπτικά δικαιώματα τόσο από το εγχώριο πρωτάθλημα όσο και από την ευρωπαϊκή διοργάνωση που συμμετέχει, έσοδα από τις λοιπές εμπορικές χρήσεις, έσοδα από τους αγώνες και χρηματικά έπαθλα για τις επιδόσεις της στις διοργανώσεις που συμμετέχει, είναι προφανές ότι τα υπέρογκα ποσά που δαπανώνται για τις μεταγραφές στην Ευρώπη είναι υπέρογκα μόνο για τους απλούς φιλάθλους, όχι όμως για τους ιδιοκτήτες των ομάδων. Ακόμα κι αν αντιμετωπίζουν προβλήματα με το Financial Fair Play για τη σχέση εσόδων εξόδων, αυτά λύνονται από το βαρύ πορτοφόλι του ιδιοκτήτη τους, όπως η Παρί σεν Ζερμέν το περασμένο καλοκαίρι λόγω της μεταγραφής του Νέυμαρ.

Οι αριθμοί συνήθως λένε την αλήθεια. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Οι Άγγλοι βρέθηκαν στην 3η θέση του DFML το 2015 με έσοδα 520 εκ. ευρώ. Το DFML του 2017 (που αναφέρεται κυρίως στο οικονομικό έτος 2016) τη φέρνει στην 1η θέση  (όπως μαρτυρά και η προηγούμενη εικόνα) με έσοδα 689 εκ. ευρώ έχοντας ξοδέψει ήδη το προηγούμενο καλοκαίρι σχεδόν 150.000.000 ευρώ για μεταγραφές (Μπαϊγί, Πογκμπά).

Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φωνές εκείνων που αγωνιούν για το μέλλον του αθλήματος. Η καλλιέργεια αυτού του κλίματος υπεραξιών, λένε, μπορεί να αποξενώσει τον απλό θεατή από το ποδόσφαιρο και να του αφαιρέσει το χαρακτήρα του λαοφιλέστερου των αθλημάτων. Κάτι τέτοιο, όμως, δε φαίνεται να συμβαίνει αυτή τη στιγμή, καθώς όσο το ποδοσφαιρικό θέαμα διατηρείται σε υψηλό επίπεδο, τόσο πιο λαοφιλές και πιο περιζήτητο θα γίνεται. Πράγματι, αυτό εξηγείται και με αριθμούς, αν δει κανείς την προέλευση των εσόδων της Ουέφα για το προηγούμενο έτος: το 99% των εσόδων της προέρχεται από δράσεις που απευθύνονται στην ελεύθερη αγορά, δηλαδή στις προτιμήσεις των φιλάθλων ανά τον κόσμο (70% τηλεοπτικά δικαιώματα, δηλαδή 3,2 δις ευρώ, 20% εμπορικές χρήσεις, δηλαδή σχεδόν 1 δις ευρώ και 9% από εισητήρια, δηλαδή περίπου 450 εκ. ευρώ). Κοινώς, εφόσον οι υπεραξίες μπορούν να πληρώνονται από τα έσοδα των ομάδων, θα συνεχίζουν να πληρώνονται, αφού το άθλημα διευρύνεται εμπορικά από τη μια άκρη του πλανήτη ως την άλλη.

[1] Deloitte Football Money League 2017.

[2]Η ετήσια έκθεση οικονομικών δεδομένων της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας

Other Articles

EUROLEAGUEΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΟΓΟΛΟΣΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ
ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ROTATION
ΜΑΡΙΟΣ ΜΠΕΚΙΡΙΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Leave a Reply