ΑΠΟ ΜΠΑΣΚΕΤ…ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΚΙ ΑΠΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ…ΧΕΙΜΩΝΑ

Ποιο είναι το εθνικό άθλημα των Ελλήνων; Το ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ; Είναι το ερώτημα που προβληματίζει όλους όσους ασχολούνται με τον ελληνικό αθλητισμό, αθλητές, δημοσιογράφους και φιλάθλους. Υπάρχουν διεθνώς πολλές χώρες των οποίων η αθλητική ιστορία είναι συνυφασμένη με ένα άθλημα, όπως για παράδειγμα οι Η.Π.Α. με το μπάσκετ ή η Βραζιλία με το ποδόσφαιρο. Στην Ελλάδα συμβαίνει το εξής παράδοξο: ενώ το μπάσκετ είναι σταθερά πιο επιτυχημένο άθλημα από το ποδόσφαιρο, το τελευταίο είναι λαοφιλέστερο και πιο εμπορικό εδώ και αρκετά χρόνια.

Γιατί, λοιπόν, το μπάσκετ κρατά ψηλά την ελληνική σημαία εδώ και μια τριακονταετία τόσο σε συλλογικό όσο σε εθνικό επίπεδο, ενώ το ποδόσφαιρο ακόμα και μετά την επιτυχία του 2004 ταλαιπωρείται απο στασιμότητα και δεν προοδεύει; Η απάντηση στο ερώτημα δίνεται παρακάτω.

 

Α) Η πορεία των αθλημάτων στην Ελλάδα

 

Ανατρέχοντας κανείς στα κιτάπια της ιστορίας παρατηρεί μια ίσως δυσανάλογη πορεία των δύο αθλημάτων στο χρόνο. Πρέπει, βέβαια, εξαρχής να τονιστεί ότι οι προϋποθέσεις επιτυχίας σε καθένα από τα δύο αθλήματα δεν είναι όμοιες και ο διεθνής και ευρωπαϊκός ανταγωνισμός διαφέρει. Ωστόσο, η σύγκριση που γίνεται εξυπηρετεί την οικονομία της συζήτησης γύρω από το θέμα.

  1. Εθνικό επίπεδο
  • Μπάσκετ: Πλούσια είναι η πορεία της Ελλάδας στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Μετρά ήδη 27 συμμετοχές σε τελικές φάσεις. Μόνο τέσσερις φορές έλειψε από Ευρωμπάσκετ η Εθνική μας από το 1961 και μετά. Κορυφαίες επιδόσεις της είναι τα 2 χρυσά μετάλλια, το 1987 και το 2005, ενώ μία φορά κατετάγη 2η (1989) και δύο φορές τρίτη (1949, 2009). Σε παγκόσμιο επίπεδο η παρουσία της Εθνικής είναι επίσης αξιοπρεπής. Έχει συμμετάσχει σε 7 Μουντομπάσκετ με κορυφαία διάκριση τη 2η θέση το 2006, με τη θρυλική νίκη επί των Αμερικανών στον ημιτελικό. Σε επίπεδο Ολυμπιακών Αγώνων η πορεία είναι κάπως χειρότερη με 4 συμμετοχές, με κορυφαία θέση την 5η, την οποία έχουμε καταλάβει 3 φορές (1996, 2004, 2008).
  • Ποδόσφαιρο: Φτωχότερη είναι η παρουσία της Εθνικής μας στα Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, με 4 μόνο συμμετοχές και κορυφαία στιγμή το ‘’θαύμα’’ της Πορτογαλίας, την πρωτιά το 2004. Αναφορικά με τα Μουντιάλ, η Ελλάδα έχει αγωνιστεί 3 φορές σε τελική φάση (1994, 2010, 2014). Ξεχωρίζει η πρόκριση στους ‘’16’’ το 2014.

 

  1. Διασυλλογικό επίπεδο
  • Μπάσκετ: Η τεράστια διαφορά στην επιτυχία των δύο αθλημάτων φαίνεται στις επιδόσεις των συλλόγων μας που αγωνίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μέχρι σήμερα οι ομάδες μας έχουν κατακτήσει 16 ευρωπαϊκά τρόπαια, ξεκινώντας από το Κύπελλο Κυπελλούχων της ΑΕΚ το 1968 ως την Ευρωλίγκα που κατέκτησε πιο πρόσφατα ο Ολυμπιακός στο Λονδίνο το 2013. Ο Παναθηναϊκός είναι η τρίτη πιο επιτυχημένη ομάδα στην ιστορία της Ευρωλίγκας με 6 κατακτήσεις, ενώ και ο Ολυμπιακός έχει στεφθεί πρωταθλητής 3 φορές. Είναι χαρακτηριστικό ότι 6 διαφορετικές ομάδες από τη χώρα μας ( ΠΑΟ, ΑΕΚ, ΟΣΦΠ, ΠΑΟΚ, Αρης, Μαρούσι) έχουν κατακτήσει έστω 1 ευρωπαϊκό τρόπαιο, είτε Κυπελλούχων είτε Κόρατς είτε Σαπόρτα είτε Ευρωλίγκα.
  • Ποδόσφαιρο: Δυστυχώς, το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν έχει γνωρίσει παρόμοιες επιτυχίες σε συλλογικό επίπεδο. Καμιά ομάδα μέχρι τώρα δεν έχει καταφέρει να κατακτήσει κάποιον τίτλο. Αλησμόνητη επιτυχία αποτελεί η ανεπανάληπτη πορεία του ΠΑΟ ως τον τελικό του Κυπελλου Πρωταθλητριών το 1971, όπου ηττήθηκε από τον Άγιαξ. Η ίδια ομάδα, επίσης, βρέθηκε και στα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ το 1996, όπου αποκλείστηκε πάλι από τον Άγιαξ. Στους ‘’4’’ του Κυπέλλου Ουέφα έχει βρεθεί και η ΑΕΚ το 1977 αποκλειόμενη από τη Γιουβέντους, ενώ ο ΟΣΦΠ έφτασε ως τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ τη σεζον 1998-99.

 

Β) Το κοινό σημείο

 

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού υπάρχουν κάποια γεγονότα-ορόσημα. Το ίδιο συμβαίνει τόσο για το ποδόσφαιρο όσο για το μπάσκετ.

Μιλώντας κανείς για το ελληνικό μπάσκετ δεν μπορεί να μην κάνει λόγο για το Ευρωμπάσκετ του 1987. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι από εκεί ξεκίνησαν όλα. Ήταν η απαρχή μιας χρυσής εποχής για το ελληνικό μπάσκετ, το οποίο άλλαξε επίπεδο εκείνο το καλοκαίρι. Η ιστορία δείχνει ότι η εκτόξευση αυτή δεν ήταν πυροτέχνημα αλλά αποτέλεσμα εργατικότητας και ταλέντου.

Ίδιου βεληνεκούς επιτυχία ήταν και η κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος από την Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου το 2004. Συμμετέχοντας για 1η φορά μετά από 24 χρόνια σε Euro, κανείς δεν περίμενε ότι η Ελλάδα θα έφτανε τόσο ψηλά, νικώντας τις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Η πορεία σε εθνικό επίπεδο βελτιώθηκε μετά την επιτυχία αυτή, όμως ουδέποτε το ελληνικό ποδόσφαιρο απογειώθηκε ποιοτικά, όπως πολλοί θα ανέμεναν.

 

Γ) Δύο επιτυχίες και δύο αντίθετες πορείες: Γιατί;

 

Είναι απορίας άξιο πώς μια χώρα που πετυχαίνει 2 παρόμοιες επιτυχίες στα πιο δημοφιλή αθλήματα της, ακατόρθωτα επιτεύγματα τηρουμένων των αναλογιών της κάθε εποχής, δεν καταφέρνει να τα διατηρήσει στο ίδιο επίπεδο μετά από αυτές.

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, οι δυσκολίες επιτυχίας καθώς και ο εξωχώριος ανταγωνισμός διαφέρουν για τα δύο αθλήματα. Είναι αλήθεια ότι οι προϋπολογισμοί και τα έσοδα είναι μεγαλύτερα στο ποδόσφαιρο από ότι στο μπάσκετ. Αυτό καθιστά δυσκολότερη την κατάκτηση της κορυφής αλλά και τη διατήρηση μια επιτυχημένης πορείας, καθότι το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο προσελκύει σταθερά τους καλύτερους αθλητές της υφηλίου.

Είναι γεγονός ότι μετά το 1987 αλλά και  λίγο πριν, με την έλευση του Νίκου Γκάλη στην Ελλάδα, το μπάσκετ άρχισε να προοδεύει. Ο Γκάλης ήρθε φέρνοντας τον επαγγελματισμό και εισάγοντας την έννοια του μπασκετικού προϊόντος στον ελληνικό αθλητισμό. Πέραν τούτου, οι ιθύνοντες του μπάσκετ, ιδίως μετά την επιτυχία του ’87, έφεραν το μπάσκετ πιο κοντά στο κοινό.

Το κυριότερο ,όμως, έχει να κάνει με τα τμήματα υποδομής. Η Ελλάδα άρχισε να γίνεται εργοστάσιο παραγωγής νέων αθλητών (αυτό ήταν το σημαντικότερο επίτευγμα της ΕΟΚ μέχρι σήμερα), οι οποίοι διέπρεπαν και διαπρέπουν σταθερά με τις μικρές εθνικές ομάδες από τη δεκαετία του ’90 και μετά (13 μετάλλια σε διοργανώσεις της FIBΑ), τροφοδοτώντας τόσο την Εθνική Ανδρών όσο και τους ελληνικούς συλλόγους με αξιόλογους μπασκετμπολίστες που πρωταγωνίστησαν και πρωταγωνιστούν στο ευρωπαϊκό στερέωμα. Δεν πρέπει να ξεχαστεί, επίσης, το γεγονός ότι το ελληνικό μπάσκετ διέθετε και διαθέτει πολύ αξιόλογους Έλληνες προπονητές, οι οποίοι γνωρίζουν το μπάσκετ και συντελούν στη δημιουργία αυτών των νέων παικτών.

Στην αντίπερα όχθη, το ποδόσφαιρο επωφελήθηκε πολύ λιγότερα από την επιτυχία του 2004. Τα περισσότερα δε οφέλη αποκόμισε η Εθνική μας ομάδα, η οποία έκτοτε έχει λείψει μόνο σε 2 από τα 6 μεγάλα τουρνουά που διοργανώνονται διεθνώς (Μουντιάλ 2006, Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα 2016), φτάνοντας ακόμη και μέσα στη δεκάδα του FIFA Ranking μετά το 2004.

Ωστόσο, οι ελληνικές ομάδες δεν κατάφεραν να δρέψουν τους καρπούς αυτής της μεγάλης επιτυχίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι πιο επιτυχημένες ευρωπαϊκές πορείες των ομάδων μας συνέβησαν πριν το 2004. Αλλά ακόμα και μετά το θρίαμβο της Πορτογαλίας τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως θα περίμενε κανείς.

Ο κυριότερος λόγος που δεν αναπτύχθηκε τόσο το ποδόσφαιρο μας έχει να κάνει με την έλλειψη ποδοσφαιρικής νοοτροπίας. Ως το λαοφιλέστερο των αθλημάτων προσελκύει πολλούς φιλάθλους και οπαδούς οι οποίοι απαιτούν από τις ομάδες τους άμεση επίτευξη στόχων. Η πίεση αυτή σε συνδυασμό με τη λανθασμένη νοοτροπία της πλειονότητας των παραγόντων εν Ελλάδι οδηγούσε σε βραχύβιες θητείες προπονητών, που έφευγαν, χωρίς να ολοκληρώσουν το έργο τους, σε αμφιβόλου ποιότητας μεταγραφές ξένων ποδοσφαιριστών και –το κυριότερο-  σε μη ανάδειξη νέων Ελλήνων παικτών από τα φυτώρια των ομάδων υπό την απειλή της απώλειας των στόχων, με αποτέλεσμα να υπάρχουν ομάδες με ελάχιστους Έλληνες παίκτες στο ρόστερ τους. Όσοι δε πρόλαβαν να αναδειχθούν, πρωταγωνιστούν σε αξιόλογα πρωταθλήματα της Ευρώπης.

Έτσι, λοιπόν, το ελληνικό πρωτάθλημα άρχισε να στερείται μέρα με τη μέρα την αίγλη του. Το θέαμα που προσφέρεται στο κοινό είναι πολύ χαμηλού επιπέδου και αυτό αντικατοπτρίζεται και στη μειωμένη προσέλευση θεατών στους αγώνες. Αν σκεφτεί δε κανείς την οικονομική κρίση που χτύπησε και το ποδόσφαιρο μαζί την οσμή σκανδάλων σε παρασκηνιακό επίπεδο, καταλαβαίνει πώς έφτασε σε αυτό το οριακό σημείο.

 

Δ) Συμπερασματικά

 

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι το μέλλον του ελληνικού αθλητισμού θα εξακολουθεί εν πολλοίς να στηρίζεται στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ. Το μπάσκετ αποδεικνύει ότι έχει γερές βάσεις και η πρόοδος του φαίνεται σίγουρη. Όσο για το ποδόσφαιρο, απαιτείται μία αλλαγή στη νοοτροπία όλων όσων το υπηρετούν, για να πάψει η σταδιακή του υποβάθμιση.

Other Articles

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΠΑΠΠΑΣΕΙΔΗΣΕΙΣ
ΕΙΔΗΣΕΙΣΜΑΡΙΟΣ ΜΠΕΚΙΡΙ

Leave a Reply