ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΕΝΟΣ ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΥ ΓΙΓΑΝΤΑ

Μισός πράσινος, μισός κόκκινος, σε γαλανόλευκο φόντο, μέσα σε ένα σωρό από τίτλους και διακρίσεις. Πώς αλλιώς να περιγράψει κανείς τον Αντώνη Νικοπολίδη σε μια αράδα από λέξεις; Απαριθμώντας τα κατορθώματα του σε πιάνει δέος, χάνεις εύκολα τον μπούσουλα και τον λογαριασμό…

Γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου του 1971 και μεγάλωσε στη Βίγλα, ένα παραθαλάσσιο χωριό της Άρτας και πραγματοποίησε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στην ΑΕ Βίγλας, με την οποία αγωνίστηκε στις διοργανώσεις της τοπικής ΕΠΣ Άρτας. Ξεκίνησε ως επιθετικός, όμως λόγω έκτακτης ανάγκης (ο ίδιος έχει αναφέρει πως άλλαξε θέση με τον συνονόματο ξάδερφό του την ημέρα εκείνη που παντρευόταν) αγωνίστηκε μια φορά ως τερματοφύλακας, θέση στην οποία τελικά καθιερώθηκε.

Αγωνίστηκε τόσο με τα χρώματα του Παναθηναϊκού, όσο και του Ολυμπιακού, ενώ υπήρξε αρχηγός και στους δύο συλλόγους, κατακτώντας αρκετούς τίτλους και με τις δύο ομάδες. Κορυφαία στιγμή στην καριέρα του ήταν η κατάκτηση του Euro 2004 με την εθνική Ελλάδας.

Η πρώτη του επαγγελματική ομάδα ήταν η Αναγέννηση Άρτας, από την οποία αποχώρησε το 1989 για να συνεχίσει στον Παναθηναϊκό, σε ηλικία 18 ετών. Τα πρώτα έξι χρόνια ήταν (συνήθως) αναπληρωματικός του Πολωνού τερματοφύλακα Γιόζεφ Βάντσικ.

 

Την περίοδο 1989-90, έκανε την παρθενική του εμφάνιση με τον Παναθηναϊκό την 25η Φεβρουαρίου του 1990, στο εκτός έδρας 4-3 επί του Ολυμπιακού, το οποίο σημαδεύτηκε από εκτεταμένα επεισόδια, με τον ίδιο τον Νικοπολίδη να τραυματίζεται στο 67ο λεπτό από ρίψη πέτρας και να αντικαθίσταται από τον Γιώργο Αμπαδιωτάκη.

Την περίοδο 1994-95 συμμετείχε σε πέντε αγώνες με τη φανέλα του Παναθηναϊκού και σε τρεις την επόμενη περίοδο, κατακτώντας και τις δύο χρονιές το πρωτάθλημα, ενώ σταδιακά καθιερώθηκε ως βασικός (από την περίοδο 1997-98 κι έπειτα).

Το 2002 βοήθησε τον Παναθηναϊκό να φτάσει στα προημιτελικά του Champions League, αλλά την περίοδο 2003-04 έχασε τη θέση του βασικού από τον Κώστα Χαλκιά, κυρίως λόγω της αρνητικής τροπής που είχαν πάρει οι διαπραγματεύσεις για την ανανέωση του συμβολαίου του. Ο Παναθηναϊκός του προσέφερε τριετές συμβόλαιο (με αμοιβή 400.000 ευρώ περίπου για κάθε χρόνο και μηδενική ρήτρα σε περίπτωση που έφευγε για ομάδα του εξωτερικού), πρόταση την οποία δεν αποδέχθηκε (ο ίδιος ζήτησε 600.000 ευρώ τον χρόνο) και για τον λόγο αυτό έχασε τη θέση του στη βασική ενδεκάδα για το υπόλοιπο της περιόδου (από τα τέλη Φεβρουαρίου 2004).

Αρχικά, ο αθλητικός Τύπος και οι φίλαθλοι του Παναθηναϊκού πήραν το μέρος του, καθώς θεώρησαν τη συμπεριφορά της διοίκησης λανθασμένη και απαξιωτική για τον ποδοσφαιριστή, ενώ αργότερα κυκλοφόρησαν φήμες ότι είχε ήδη έρθει σε συμφωνία με τον αιώνιο αντίπαλο, τον Ολυμπιακό.

Ο Νικοπολίδης κατέκτησε τελικά το νταμπλ με τον Παναθηναϊκό την περίοδο 2003-04, όμως η μετακίνησή του στον Ολυμπιακό (με υπογραφή τριετούς συμβολαίου και ετήσιες αποδοχές περίπου 600.000 ευρώ), είχε διαρρεύσει πριν τη λήξη της με αποτέλεσμα στη φιέστα που ακολούθησε για την κατάκτηση του νταμπλ, να αποδοκιμαστεί από μερίδα οπαδών όταν σήκωσε το τρόπαιο.

Η επίσημη ανακοίνωση της μεταγραφής του στον Ολυμπιακό έγινε λίγες ημέρες μετά την ολοκλήρωση του Euro 2004 και ο ίδιος πήρε για πρώτη φορά δημόσια θέση, δηλώνοντας πως η διοίκηση του Παναθηναϊκού του φέρθηκε αντιεπαγγελματικά και για τον λόγο αυτό δεν είχε κανέναν ηθικό ενδοιασμό να γίνει παίκτης του Ολυμπιακού, αν και δεν ήταν οπαδός της νέας του ομάδας.

Με το Νο 71 στη φανέλα του, αριθμός που αντιπροσωπεύει το έτος γέννησής του, βοήθησε τον Ολυμπιακό να κατακτήσει δύο συνεχόμενα νταμπλ και ο ίδιος έγινε ο πρώτος (και μέχρι στιγμής μοναδικός) Έλληνας ποδοσφαιριστής που έχει κατακτήσει τρία συνεχόμενα νταμπλ. Αν συνυπολογιστεί και η κατάκτηση του Euro 2004, σε διάστημα 36 μηνών κατέκτησε 7 τίτλους.

Τις τρεις επόμενες περιόδους παρέμεινε βασικός τερματοφύλακας του Ολυμπιακού και κατέκτησε ισάριθμα συνεχόμενα πρωταθλήματα (2007-2009) και δύο ακόμα νταμπλ (2008-09), φτάνοντας συνολικά τα 7 νταμπλ (3 με τον Παναθηναϊκό και 4 με τον Ολυμπιακό), αριθμό που αποτελεί ρεκόρ για Έλληνα ποδοσφαιριστή.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2009-10 αποφάσισε να αποχωρήσει από την ενεργό δράση, όμως τελικά και ύστερα από παρότρυνση του τότε προέδρου του Ολυμπιακού Σωκράτη Κόκκαλη, αναθεώρησε και αποφάσισε να συνεχίσει για άλλη μία χρονιά.

Στις 17 Απριλίου 2011, αποχωρώντας ως αλλαγή από τον τελευταίο αγώνα του πρωταθλήματος, ανακοίνωσε πως αποχωρεί από την ενεργό δράση, αφού σήκωσε μαζί με τον Βασίλη Τοροσίδη το τρόπαιο του πρωταθλήματος 2010-11. Συνολικά πραγματοποίησε 369 συμμετοχές στην Α’ Εθνική.

Το ντεμπούτο του με την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε στις 18 Αυγούστου του 1999 σε φιλική αναμέτρηση με το Ελ Σαλβαδόρ (νίκη με 3-1) και δύο χρόνια αργότερα, καθιερώθηκε ως ο βασικός τερματοφύλακας της εθνικής ομάδας.

Αγωνίστηκε στα προκριματικά για το Μουντιάλ του 2002 και του Euro 2004, ενώ στην τελική φάση της διοργάνωσης κράτησε το μηδέν στην εστία του στους τρεις νοκ άουτ αγώνες και ήταν ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους στην κατάκτηση του κυπέλλου. Ψηφίστηκε ως ο τερματοφύλακας της καλύτερης ενδεκάδας του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, στο οποίο συμμετείχε και στους έξι αγώνες, δεχόμενος συνολικά 4 γκολ.

Στις 15 Ιουνίου 2008, μία ημέρα μετά την ήττα της Ελλάδας από τη Ρωσία με 1-0 για το Euro 2008 και τον αποκλεισμό από την τελική φάση της διοργάνωσης, ανακοίνωσε την αποχώρησή του από το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, υποστηρίζοντας ότι είχε πάρει αυτήν την απόφαση πριν από την έναρξη της διοργάνωσης και ανεξάρτητα από την πορεία της Ελλάδας σε αυτή. Συνολικά πραγματοποίησε 90 συμμετοχές, επίδοση που τον κατατάσσει στην έκτη θέση όλων των εποχών σε συμμετοχές στην ιστορία της Ελλάδας.

Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση ακολούθησε καριέρα προπονητή. Αρχικά υπήρξε από τον Οκτώβριο του 2012 βοηθός προπονητή του Λεονάρντο Ζαρντίμ στον Ολυμπιακό, ενώ τον Ιανουάριο του 2013 αντικατέστησε προσωρινά τον Πορτογάλο, στον πάγκο της πειραϊκής ομάδας.

Έπειτα από την ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας από τον Μίτσελ, παρέμεινε προσωρινά ως βοηθός προπονητή, αποχωρώντας οριστικά στο τέλος της περιόδου. Τον Ιούλιο του 2014 επέστρεψε ως βοηθός του Ισπανού προπονητή, σε αντικατάσταση του Βίκτορ Σάντσεθ που αποχώρησε. Τον Μάρτιο του 2015 έγινε γνωστή η λύση της συνεργασίας του με τον πειραϊκό σύλλογο.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2015 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της εθνικής Ελπίδων.

 

Photo credits: Contra, Sport24

 

Other Articles

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ
ΑΕΚΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣΕΙΔΗΣΕΙΣ

Leave a Reply