ΟΙ…ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΠΟΥ ΗΧΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ

Μετά και την πώληση του Ντανιέλ Ποντένσε στη Γουλβς έναντι των 20(;) εκατομμυρίων ευρώ που πρόσφερε εν τέλει η ομάδα του Νούνο Εσπίριτο Σάντο, όλοι καταλαβαίνουν πόσο δίκιο είχε ο Πέδρο Μαρτίνς, όταν πριν λίγες μέρες ευχόταν χαριτολογώντας να τελειώσει η χειμερινή μεταγραφική περίοδος πρόωρα. Και πως να μην το εύχεται αυτό, όταν μέχρι στιγμής φεύγει το καλύτερο εξτρέμ που είχε ο Ολυμπιακός από την εποχή Γκαλέτι και ένας από τους πολυτιμότερους παίκτες του στη σεζόν έως τώρα, ενώ καθημερινά ακούγονται σενάρια αποχώρησης και άλλων βασικών ‘’εργαλείων’’ του Πορτογάλου, όπως του Τσιμίκα.

 

ΚΕΝΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΑΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΕΚ ΤΩΝ ΕΣΩ

 

Για καμιά ομάδα δεν είναι εύκολο να απορρίψει μία προσφορά όπως αυτή της Γουλβς στον Ολυμπιακό. Ακόμα κι αν πρόκειται για έναν από τους καλύτερους και μάλλον αναντικατάστατους παίκτες, όπως ο Ποντένσε. Είναι αλήθεια ότι η πρόταση των Άγγλων είναι ανεπανάληπτη για τα ελληνικά δεδομένα αλλά και τα δεδομένα των ερυθρολεύκων. Με βάση τα αρχικά ρεπορτάζ το ποσό μπορεί να έφτανε κάπου κοντά στα 30 εκ. ευρώ και θα ήταν η ακριβότερη μεταγραφή παίκτη που αγωνίζεται σε ελληνική ομάδα. Ωστόσο, μετά από λίγες μέρες αποχής από τις διαπραγματεύσεις η συμφωνία έκλεισε κάπου κοντά στα 20 εκ. ευρώ με βάση τα τελευταία ρεπορτάζ.

Ωστόσο, το κενό που θα μείνει πίσω από τη φυγή του Πορτογάλου θα είναι δύσκολο να αναπληρωθεί. Ο Ποντένσε ήταν χωρίς αμφιβολία το καλύτερο εξτρέμ που πέρασε από τον Ολυμπιακό την τελευταία δεκαετία. Και είναι πολύ πιθανόν ότι δε θα περνούσε ποτέ από τα μέρη μας, αν πριν δύο σεζόν οι οπαδοί της Σπόρτινγκ Λισαβόνας δεν είχαν τραμπουκίσει τους παίκτες και τον προπονητή Ζόρζε Ζεσούς και δεν ανάγκαζαν πολλούς παίκτες να φύγουν κακήν κακώς από την ομάδα της Πορτογαλίας. Η μετακίνηση του Βαλμπουενά στα άκρα πλέον είναι δεδομένη μετά και την επιστροφή του Φορτούνη στην ενεργό δράση. Όμως, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι η αντικατάστασή του μόνο εύκολη δε θα είναι. Θα χρειαστεί κάποιος πολύ καλός παίκτης που θα μπορεί να δώσει μερικά από τα στοιχεία που έδινε ο ‘’κοντός’’ στο παιχνίδι του Ολυμπιακού, όπως η εκρηκτικότητα και οι αρκετές ασίστ.

Η απόδοσή του στην Ελλάδα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο έδειχνε ότι η διάρκεια της παρουσίας του εδώ θα ήταν σύντομη. Ο απολογισμός του μετρά 68 συμμετοχές με 13 γκολ και 14 ασίστ (και ακόμα περισσότερα χαμένα γκολ, που αν συνήθιζε να τα βάζει δε θα έπαιζε ποτέ στον Ολυμπιακό). Τα 20 ‘’χαρτιά’’ που θα δώσει η Γουλβς είναι πολλά και η μεταγραφή αυτή είναι από τις πιο ακριβές στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Η εκρηκτικότητα, οι καλές μεταβιβάσεις και η εξαιρετική τεχνική του είναι στοιχεία που θα λείψουν από τον Ολυμπιακό του δεύτερου μισού της περιόδου. Για το λόγο αυτό η ανάγκη ενίσχυσης στο λιγοστό διάστημα που απέμεινε για τη λήξη της μεταγραφικής περιόδου είναι επιτακτική, πράγμα που θα από ότι φαίνεται θα συμβεί, αν και ο χρόνος είναι αρκετά περιορισμένος.

 

 

Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ SELLING CLUB

 

Ο Ολυμπιακός της εποχής Μαρινάκη έχει αλλάξει τακτική στην αντιμετώπιση των παικτών του ως περιουσιακών στοιχείων. Παλαιότερα, ιδίως τη 15ετία του Σωκράτη Κόκκαλη, ήταν πολύ ασυνήθιστο φαινόμενο ο Ολυμπιακός να πουλάει τους σημαντικούς παίκτες του στο εξωτερικό με λίγες εξαιρέσεις, όπως αυτές του Γεωργάτου το 1999 στην Ίντερ και του Γιαννακόπουλου το 2003 στην Μπόλτον. Ήταν τακτική του συλλόγου του Πειραιά στην εποχή Κόκκαλη να μην πουλάει τους σημαντικούς και ταλαντούχους παίκτες του.

Όμως, από το 2010 μετά την ανάληψη της διοίκησης από το Βαγγέλη Μαρινάκη η πολιτική των ‘’ερυθρόλευκων’’ όσον αφορά τις μεταγραφές άλλαξε άρδην. Και οι αλλαγές που έφερε δεν είναι μόνο ότι ο Ολυμπιακός άρχισε να πουλάει και μάλιστα ακριβά για τα δεδομένα της ελληνικής αγοράς. Είναι ότι ο σύλλογος απέκτησε ισχυρές διασυνδέσεις με τους πιο γνωστούς ατζέντηδες στον κόσμο. Είναι, επίσης, ότι το στελεχειακό δυναμικό του Ολυμπιακού απαρτίζεται πάντοτε από ανθρώπους που έχουν ένα ισχυρό ανάστημα στο χώρο του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, όπως ο Κριστιάν Καρεμπέ που εδώ και κάποια χρόνια έχει αναλάβει το πόστο του συμβούλου στρατηγικής για θέματα σκάουτινγκ, διεθνών σχέσεων και οργάνωσης. Αυτό δείχνει ότι το brand name των ερυθρολεύκων είναι εδώ και χρόνια ιδιαίτερα αναβαθμισμένο.

Η αλλαγή τακτικής, λοιπόν, στον τομέα των πωλήσεων παικτών έχει βοηθήσει τον Ολυμπιακό να μπορεί να κλείνει συμφωνίες, όπως αυτή του Ποντένσε. Και επειδή ο Πορτογάλος δεν είναι το πρώτο παράδειγμα, πριν από αυτόν είχαν προηγηθεί ο Ρέτσος (20 εκ. περίπου στη Λεβερκούζεν), ο Μήτρογλου (15 εκ. για το 50% στη Μαρσέιγ), ο Μανωλάς (14 εκ. στη Ρώμα), ο Σάμαρης (10 εκ. στην Μπενφίκα) και άλλοι πολλοί.

To αξιοσημείωτο, βέβαια, της όλης υπόθεσης είναι ότι ο Ολυμπιακός πουλάει δημιουργώντας υπεραξίες. Τα ποσά που λαμβάνει είναι αρκετά μεγαλύτερα από την πραγματική ποδοσφαιρική αξία των παικτών που πουλάει Δρα, δηλαδή, μέσα στο γενικότερο πνεύμα υπεραξιών του σύγχρονου ποδοσφαιρικού χρηματιστηρίου. Και αυτή του η ικανότητα είναι που τον έχει καθιερώσει στην ποδοσφαιρική πιάτσα ως selling club. Καλώς ή κακώς μέσα στο ζοφερό χώρο του ελληνικού ποδοσφαίρου-μετά και τις τελευταίες εξωαγωνιστικές εξελίξεις με το σκάνδαλο πολυϊδιοκτησίας μεταξύ ΠΑΟΚ και Ξάνθης που έχει δημιουργήσει πολεμικό κλίμα ανάμεσα στις μεγάλες ομάδες και πυροδότησε ακόμα και πολιτικές αναταράξεις- είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος να μπορέσει μια ελληνική ομάδα να στέκεται αξιοπρεπώς σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

 

 

 

 

 

Other Articles

EUROLEAGUEΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣΜΠΑΣΚΕΤΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ

Leave a Reply